«Ταφόπλακα» ΣτΕ για τα Δώρα στους Δημοσίους Υπαλλήλους – «Όχι» στην επαναφορά 13ου και 14ου μισθού

Το Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ), είπε οριστικό «όχι» στο αίτημα των εργαζομένων να επανέλθουν τα Δώρα και τα Επιδόματα Άδειας (13ος και 14ος μισθός) στο Δημόσιο Τομέα.

Η Ολομέλεια του Ανώτατου Δικαστηρίου έκρινε ότι ο νομοθέτης δεν παραβίασε ούτε το Σύνταγμα, ούτε το Δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με το να μην επαναφέρει τα επιδόματα εορτών και αδείας στους δημόσιους υπαλλήλους. Υπενθυμίζεται ότι η πλήρης κατάργησή τους είχε γίνει το 2012 (ν.4093).

Η απόφαση αυτή (1201/2026) εκδόθηκε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης» που ζητήθηκε από την πλευρά των δημοσίων υπαλλήλων. Είχε προηγηθεί αγωγή που υπέβαλλε δημόσιος υπάλληλος στο  Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών.

Η απόφαση – πρόκληση του Συμβουλίου της Επικρατείας ελήφθη, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό, με γνώμονα τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το έτος 2018 και τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. σχετικά με το «όριο φτώχειας». Επίσης, κρίθηκε εάν ο νομοθέτης δεσμεύεται από την Οδηγία 2022/2041 για «επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση».

Σύμφωνα με την ανακοίνωση του ΣτΕ:

«Δεδομένου ότι ο ενάγων είχε επικαλεσθεί μη μεταφορά ή πλημμελή (με τον ν. 5163/2024) μεταφορά της Οδηγίας 2022/2041 “για επαρκείς κατώτατους μισθούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση” (L 275), το Συμβούλιο της Επικρατείας αποσαφήνισε κατ’ αρχάς, στηριζόμενο σε πάγια νομολογία δική του και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), ότι μόνο για το διάστημα μετά την εκπνοή της προθεσμίας μεταφοράς της Οδηγίας (15.11.2024) και εξής θα μπορούσε να γίνει επίκληση της Οδηγίας.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας τοποθετήθηκε, όμως, και επί του βασίμου για το εφεξής διάστημα, λαμβάνοντας υπόψη του τα κριθέντα από το ΔΕΕ σε απόφασή του της 11ης.11.2025 (υπόθεση C-19/23). Το ΔΕΕ έκρινε ότι δεν αποτελεί ευρωπαϊκή έννοια η “επάρκεια του κατώτατου μισθού” και ότι το ζήτημα της ρύθμισης των αποδοχών γενικά των μισθωτών -και του κατώτατου μισθού ειδικά- ανήκει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού νομοθέτη. Μάλιστα, το ΔΕΕ ακύρωσε -πλην των άλλων- διάταξη της Οδηγίας 2022/2041 η οποία δέσμευε τα κράτη-μέλη να συμπεριλάβουν στα εθνικά κριτήρια καθορισμού κατώτατων μισθών τα τέσσερα στοιχεία που απαριθμούνταν εκεί (“αγοραστική δύναμη των νόμιμων κατώτατων μισθών, λαμβανομένου υπόψη του κόστους διαβίωσης”, “γενικό επίπεδο των μισθών και την κατανομή τους”, “ρυθμό αύξησης των μισθών” και “τα εθνικά επίπεδα και τις εξελίξεις, μακροπρόθεσμα, στην παραγωγικότητα”). Έκρινε, επίσης, το ΔΕΕ ότι ούτε το άρθρο 31 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε. θα μπορούσε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του Δικαίου της Ε.Ε. πέραν των αρμοδιοτήτων της όσον αφορά τις “αμοιβές” ή το δικαίωμα σε “επαρκείς” ή “δίκαιους” νόμιμους κατώτατους μισθούς.

Κατόπιν αυτών, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ούτε η Οδηγία παρείχε (σε ιδιώτες) δικαίωμα με επαρκώς προσδιορισμένο περιεχόμενο [βλ. απόφαση Δ.Ε.Κ. της 19ης.11.1991 επί των υποθέσεων C – 6/90 και C – 9/90, Francovich και Bonifaci], το αξιούμενο δηλαδή από τον ενάγοντα, ούτε μπορούσε να τύχει επίκλησης ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων. Απέρριψε, έτσι, την αγωγή ως προς αυτή της τη βάση.

Στη συνέχεια, έχοντας υπόψη του στοιχεία για τη δημοσιονομική πορεία της χώρας μετά το έτος 2018 και τις συναφείς υποχρεώσεις που ανέλαβε η Ελλάδα στο πλαίσιο του λεγόμενου “Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Πλαισίου Οικονομικής Διακυβέρνησης”, καθώς και σε στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής σχετικά με το “όριο φτώχειας”, το Συμβούλιο της Επικρατείας προχώρησε σε επισκόπηση της πορείας των ρυθμίσεων του μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων μετά τον (ισχύοντα και σήμερα, σχετικό) ν. 4354/2015 και της εκτιμώμενης πρόσθετης, πάγιας, ετήσιας δημοσιονομικής επιβάρυνσης που προκαλούσαν όχι μόνον οι κατά καιρούς γενικές ρυθμίσεις, αλλά και παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις για ειδικές κατηγορίες ή καταστάσεις καθ’ όλο αυτό το διάστημα. Έλαβε υπόψη την τάξη μεγέθους των εθνικά χρηματοδοτούμενων, καθαρών πρωτογενών δαπανών (όπου υπάγεται η μισθοδοσία, αλλά και δημόσιες επενδύσεις, οι δαπάνες για συντάξεις κ.ά.). Έκρινε, περαιτέρω, ότι η ρύθμιση του γενικού μισθολογικού καθεστώτος των δημοσίων υπαλλήλων με τους νόμους 4354/2015, 5045/2023 και 5163/2024, καθώς και οι παράπλευρες, μισθολογικού χαρακτήρα ρυθμίσεις της πρόσφατης περιόδου αποτελούν μιαν επί μέρους πτυχή συνόλου πολιτικών οι οποίες ιεραρχούνται (με τρόπο ο οποίος υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο) και αποτιμώνται στα κατά καιρούς ισχύσαντα Μεσοπρόθεσμα Πλαίσια, ενώ η προκαλούμενη από αυτές επιβάρυνση κινείται εντός των δημοσιονομικών πλαισίων. Δικαιολογείται, συνεπώς, κατά το Δικαστήριο η διαχρονική στάση του νομοθέτη στο επίμαχο ζήτημα και από λόγους δημοσίου συμφέροντος, αναγόμενους στη δημοσιονομική ευστάθεια της χώρας, αν ληφθεί υπόψη -στο πλαίσιο του οριακού δικαστικού ελέγχου- η τάξη μεγέθους της πάγιας, επί πλέον επιβάρυνσης από τη χορήγηση αδιαφοροποίητα στο σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων μιας παροχής τέτοιου ύψους (δύο επί πλέον βασικών μισθών ετησίως).

Εξάλλου, δεν προέκυψε ότι τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των μισθοδοτούμενων από τη μη χορήγηση των επίμαχων επιδομάτων. Έτσι, με επίκληση και της πάγιας νομολογίας του για τα περιθώρια εκτίμησης του εθνικού νομοθέτη σε ζητήματα δημοσιονομικής πολιτικής, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ότι ουδεμία αντισυνταγματική παράλειψη συνέτρεξε».

Επίσης, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε ως νομικά αβάσιμη την αγωγή και σε ό,τι αφορά την παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης διακρίσεων του άρ. 6 παρ. 1 της Οδηγίας 2022/2041 έναντι των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ