Μια νέα δεξαμενή εργαζομένων δημιουργείται από τους μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα για τη βιομηχανία, τα logistics και τις κατασκευές. Στόχος όσων βρίσκονται ήδη νόμιμα στη χώρα είναι να καλύψουν τα τεράστια κενά της αγοράς εργασίας, προσπερνώντας τον γραφειοκρατικό σκόπελο των μετακλήσεων.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρωτοφανές έλλειμμα εργατικού δυναμικού, το οποίο υπολογίζεται από 200.000 έως και 250.000 θέσεις εργασίας, ένα νέο μοντέλο ένταξης και απορρόφησης ανθρώπινου δυναμικού διαμορφώνεται αθόρυβα στην αγορά. Ολοένα και περισσότερες ελληνικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στη βιομηχανία, τα logistics, τις κατασκευές, αλλά και τον τουρισμό, στρέφουν το βλέμμα τους στους μετανάστες και αιτούντες άσυλο που βρίσκονται ήδη στη χώρα. Και καθώς οι προσφυγικές ροές συνεχίζονται, η πρόκληση για την ελληνική οικονομία μετατοπίζεται σταδιακά από την «φιλοξενία» στην ουσιαστική εργασιακή ένταξη.
Το 2025, περισσότεροι από 41.000 άνθρωποι έφτασαν στην Ελλάδα αναζητώντας διεθνή προστασία, με την πρόκληση για την πολιτεία να εστιάζεται στη διαχείριση των αιτήσεων, τη φιλοξενία και τις υποδομές. Ωστόσο, η ίδια η αγορά εργασίας δίνει πλέον τη δική της απάντηση: με τη συμπλήρωση 60 ημερών από την υποβολή της αίτησης ασύλου, οι άνθρωποι αυτοί αποκτούν νόμιμο δικαίωμα πρόσβασης στην εργασία μέσω της έκδοσης Προσωρινού Αριθμού Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης Αλλοδαπού (ΠΑΑΥΠΑ) και τη διασύνδεση με το σύστημα «Εργάνη».
Οι προσλήψεις που πραγματοποιούνται είναι κατά κανόνα με συμβάσεις αορίστου χρόνου —με εξαίρεση τις αμιγώς εποχικές ανάγκες του τουρισμού και του αγροτικού τομέα. Η δημογραφική σύνθεση των εργαζομένων αναδεικνύει ως κυρίαρχη ομάδα τους Σουδανούς, οι οποίοι λαμβάνουν κάρτα ασύλου σε ποσοστό που αγγίζει το 100%, ενώ ακολουθούν υπήκοοι από το Αφγανιστάν και, πιο πρόσφατα, από το Νεπάλ. Οι περισσότεροι γνωρίζουν λίγα αγγλικά για να συνεννοούνται, ενώ σε περιπτώσεις που οι προσλήψεις αφορούν πολλούς μετανάστες, δεν αποκλείεται να επιλεγεί κάποιος, που γνωρίζει αγγλικά, ώστε να τεθεί επικεφαλής.
Οι αμοιβές και οι συνθήκες απασχόλησης συνδέονται άμεσα και με το στεγαστικό ζήτημα. Στις περιπτώσεις που οι εργαζόμενοι εξακολουθούν να διαμένουν σε δομές φιλοξενίας, ορισμένες επιχειρήσεις ναυλώνουν ιδιωτικά βανάκια για τη καθημερινή μεταφορά τους από και προς τον χώρο εργασίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κάλυψη του μεταφορικού κόστους από τον εργοδότη, αλλά και η διαμονή στη δομή, αντανακλώνται σε ελαφρώς χαμηλότερες καθαρές αποδοχές. Αντίθετα, όταν οι εργαζόμενοι πληρώνουν δικό τους ενοίκιο, οι μισθοί διαμορφώνονται σε υψηλότερα επίπεδα.
Διαπιστώνονται, ωστόσο, σε αρκετές περιπτώσεις και προβληματικές συνθήκες εργασίας, με πολίτες από τρίτες χώρες να ταλαιπωρούνται ερχόμενοι στην Ελλάδα, για να βγάλουν έναν αξιοπρεπή μισθό. Αυτές οι περιπτώσεις πρέπει να περιοριστούν, καθώς δημιουργούν αρνητικό προηγούμενο για τη χώρα και περιορίζουν την εισροή μεταναστών, με συνέπεια οι κενές θέσεις εργασίας να μην καλύπτονται.

