Δημογραφικό: Οι αλλοδαποί «στήριξαν» τις γεννήσεις – Δεδομένη η μείωση του πληθυσμού

Οι αλλοδαποί που ζουν στην Ελλάδα και οι γεννήσεις που πραγματοποιήθηκαν από αυτούς την 20αετία 2004 – 2024, είχαν ως αποτέλεσμα να περιοριστεί σημαντικά η απώλεια πληθυσμού στη χώρα, λόγω του δημογραφικού προβλήματος.

Μπορεί να μην υπήρξε αντιστροφή της αρνητικής πορείας, αλλά το ιδιαίτερα αρνητικό Φυσικό Ισοζύγιο (Φ.Ι.) γεννήσεων – θανάτων κατά 724.000 που καταγράφηκε την ανωτέρω περίοδο, περιορίστηκε κάπως. Ακριβέστερα, το ίδιο χρονικό διάστημα, προέκυψε πλεόνασμα κατά 259.000 στο Φ.Ι γεννήσεων – θανάτων στους αλλοδαπούς που επέλεξαν να ζήσουν στη χώρα μας. Έτσι, περιορίστηκαν στις 465.000, οι συνολικές απώλειες του πληθυσμού της Ελλάδας,  κατά τα τελευταία 20 έτη.

Τα στοιχεία αυτά, που προκύπτουν από ανάλυση που πραγματοποίησε το Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ) και παρουσίασε ο καθηγητής Δημογραφίας, Βύρων Κοτζαμάνης, δείχνουν ότι οι αλλοδαποί θα μπορούσαν τις επόμενες δεκαετίες να περιορίσουν αισθητά το πλεόνασμα θανάτων έναντι των γεννήσεων, που αποτελεί τη βάση του δημογραφικού προβλήματος για την Ελλάδα. Το συνολικό ισοζύγιο δεν θα άλλαζε και θα παρέμενε αρνητικό, αλλά το πρόβλημα θα μπορούσε να περιοριστεί.

Το κρίσιμο μέγεθος, κατά το ΙΔΕΜ είναι να μπορέσει  η χώρα να πετύχει περιορισμό της μείωσης των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία (20 – 44 ετών). Για να συμβεί κάτι τέτοιο,  η συνδρομή από αλλοδαπές γυναίκες θα μπορούσε να φανεί πολύτιμη.

Πιο αναλυτικά,  τα στοιχεία της έρευνας του Ινστιτούτου δείχνουν ότι:

*Τα φυσικά ισοζυγία (γεννήσεις – θάνατοι) στην Ελλάδα από τις αρχές της δεκαετίας του 2000 είναι σταθερά αρνητικά (-4,3 χιλ. το 2011, -58,5 χιλ. το 2024). Αιτία είναι ότι οι θάνατοι είναι όλο και περισσότεροι από τις γεννήσεις συμβάλλοντας έτσι στη μείωση του συνολικού πληθυσμού της χώρας μας (-715 χιλ. βάσει των εκτιμήσεων της ΕΛΣΤΑΤ ανάμεσα στην 1/1/2011 και την 1/1/2025). Από την δεκαετία του ’90 μέχρι και σήμερα έχουν εγκατασταθεί στη χώρα μας εκατοντάδες χιλιάδες αλλοδαποί αποκτώντας και απογόνους. Έτσι ακόμη και αν ένα τμήμα τους εγκατέλειψε την Ελλάδα μετά το 2010, οι μη έχοντες ελληνική υπηκοότητα το 2024, αποτελούν ακόμη το 7,1% του συνολικού πληθυσμού.

Οι μη έχοντες ελληνική υπηκοότητα παραμένουν σαφώς νεότεροι με τις αλλοδαπές σε αναπαραγωγική ηλικία (20 – 44 ετών), να αποτελούν σήμερα το 11% περίπου του συνόλου των γυναικών. Οι αλλαγές της κατανομής των εισερχομένων μετά το 2014 ανά υπηκοότητα, σε συνδυασμό με την αλλαγή της νομοθεσίας για την απόκτηση ιθαγένειας και τη μαζική φυγή από τη χώρα μας τμήματος των αλλοδαπών έχουν οδηγήσει όχι μόνον στη μείωση του πλήθους τους και του ποσοστού τους στον συνολικό πληθυσμό τα τελευταία έτη αλλά και στην αλλαγή της σύνθεσής τους. Οδήγησαν ειδικότερα στην αύξηση του ποσοστού των προερχομένων από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της Ασίας και της Αφρικής που αποτελούν το 15% των αλλοδαπών το 2024. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κάτω από 5% στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Είναι προφανές ότι πλέον, οι αλλοδαποί συνεισφέρουν στις γεννήσεις αλλά και στους θανάτους που καταγράφονται στη χώρα. Για την περίοδο 2004-2024 οι θάνατοι αλλοδαπών αποτελούν μόλις το 1,8% των 2,43 εκατ. καταγεγραμμένων θανάτων, ενώ οι γεννήσεις το 15,2% των 2,06 εκατ. γεννήσεων της ιδίας περιόδου. Η πολύ χαμηλή συμμετοχή των αλλοδαπών στους θανάτους δεν εκπλήσσει. Αποτελούν το 7 – 9% του συνολικού πληθυσμού κατά την εξεταζόμενη περίοδο, ενώ το ειδικό βάρος των 65 ετών και άνω σε αυτούς είναι 3,5 φορές μικρότερο από το αντίστοιχο των Ελλήνων (6,7% έναντι του 23,4% το 2024). Αντιστρόφως, η υψηλή συνεισφορά τους στις γεννήσεις οφείλεται σε δυο παράγοντες:

α) Στη νεότητα του πληθυσμού τους καθώς το 39,6% των αλλοδαπών γυναικών είναι ηλικίας 20-44 ετών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 26,65% στις Ελληνίες.

β) Στο ότι οι αλλοδαπές κάνουν κατά μέσο όρο λίγο περισσότερα παιδιά από τις Ελληνίδες.

Τα φυσικά ισοζυγία (Φ.Ι.) των δυο ομάδων το 2004-2024 αναδεικνύουν τη διαφορά. Το μεν Φ.Ι. των Ελλήνων (724 χιλ. περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις συνολικά) είναι σταθερά αρνητικό από το 2004 και αυξανόμενο ταχύτατα την τελευταία δεκαπενταετία (-13,2 χιλ. το 2010, -50 χιλ. το 2019 και -62,3 χιλ. το 2024). Αντίθετα, το φυσικό ισοζύγιο των αλλοδαπών  ήταν και παραμένει θετικό (+15,5 χιλ. το 2004, +10,0 χιλ. το 2017, +3,8 χιλ. το 2024). Η φθίνουσα δε πορεία του οφείλεται όχι τόσο στην αύξηση των θανάτων τους αλλά στη μείωση των γεννήσεών τους (16,7 χιλ. το 2004, 12,3 χιλ. το 2017 και 7,0 χιλ. το 2024). Ως αποτέλεσμα το 2024 οι γεννήσεις από αλλοδαπή μητέρα να αποτελούν μόνον το 10,2% του συνόλου έναντι του 18% στα τέλη της δεκαετίας του 2000. Το Φ.Ι. τους δίδει φυσικά ένα σημαντικό πλεόνασμα γεννήσεων έναντι των θανάτων το 2004-2024 (+259 χιλ.), πλεόνασμα όμως που δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει το αρνητικότατο κατά 724 χιλ. Φ.Ι των Ελλήνων, και έτσι το τελικό συνολικό ισοζύγιο ανεξαρτήτως υπηκοότητας είναι πάντοτε αρνητικό.

Η συμβολή επομένως των αλλοδαπών ήταν σημαντική καθώς εν απουσία τους, όχι μόνον η μείωση του πληθυσμού στην Ελλάδα θα είχε ξεκινήσει πολύ πριν από το 2011 αλλά και η γήρανση θα ήταν ταχύτερη και τα Φυσικά μας Ισοζύγια θα ήταν αρνητικά πολύ νωρίτερα -από τις αρχές της δεκαετίας του 2000. Αντίστοιχα, οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας που κυμάνθηκαν από 1,5 (μέγιστο) έως 1,2 παιδιά/γυναίκα (ελάχιστο) το 2004-24 θα ήταν λίγο χαμηλότεροι.

Οι αλλοδαπές αποκτούν περισσότερα παιδιά κατά μέσο όρο με αποτέλεσμα οι ετήσιοι δείκτες τους να είναι υψηλότεροι από τους αντίστοιχους των Ελληνίδων (υψηλότεροι κατά +0,4 ελάχιστο- έως +1,1 παιδιά/γυναίκα μέγιστο). Οι δείκτες αυτοί εν απουσία αλλοδαπών θα ήταν χαμηλότεροι μόλις κατά 0,03 (ελάχιστο) έως 0,12 παιδιά/γυναίκα (μέγιστο). Το 2009 για παράδειγμα, που οι αλλοδαπές είχαν και τη μέγιστη συμβολή, εν απουσία τους ο ετήσιος δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας θα ήταν 1,38 αντί του 1,5 παιδιά/γυναίκα. Αιτία αυτής της μικρής συμβολής είναι ότι οι αλλοδαπές αποτελούν το 2004-24 μόλις το 9,5-12,5% των γυναικών 20-44 ετών και για τον λόγο αυτό οι δείκτες τους έχουν μικρό «βάρος».  Επίσης, όλες οι αλλοδαπές δεν κάνουν περισσότερα παιδιά από τις Ελληνίδες. Όσες προέρχονται από τις ευρωπαϊκές χώρες κάνουν λίγο περισσότερα, ενώ οι προερχόμενες από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες της Ασίας και της Αφρικής έχουν σαφώς υψηλότερη γονιμότητα τόσο από τις Ελληνίδες όσο και από τις άλλες αλλοδαπές. Οι γυναίκες όμως από τις χώρες αυτές αποτελούν λιγότερο από το 1/5 του συνόλου των αλλοδαπών γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας. Έτσι, παρόλο που έχουν υψηλότερη γονιμότητα από τις άλλες αλλοδαπές και προφανώς και από τις Ελληνίδες, επηρεάζουν λίγο τους ετήσιους δείκτες γονιμότητας.

Επομένως, για να αυξηθούν σημαντικά οι δείκτες αυτοί στη χώρα μας, θα πρέπει να αυξηθεί υπολογίσιμα όχι τόσο το πλήθος και το ποσοστό των αλλοδαπών γυναικών 20-44 ετών, αλλά, κυρίως, το πλήθος και το ποσοστό αυτών που προέρχονται από τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες του πλανήτη. Αλλά, ακόμη και αν αυτό συμβεί, η αύξηση των δεικτών θα είναι προσωρινή, καθώς οι γυναίκες αυτές και τα παιδιά τους μετά από κάποια χρόνια, αν παρέμεναν στην Ελλάδα, θα περιόριζαν τη γονιμότητά τους που θα συνέκλινε προοδευτικά, όπως έχει γίνει και σε άλλες αναπτυγμένες χώρες με μακρά μεταναστευτική παράδοση, με αυτή των γηγενών. Επομένως, οι αλλοδαπές δεν αποτελούν τη λύση για τη χαμηλή γονιμότητα της χώρας, που υπολείπεται μετά το 1990 σημαντικά του απαιτούμενου ορίου αναπαραγωγής (των 2,07 παιδιά/ γυναίκα). Ένα θετικό και ισορροπημένο όμως ανά φύλο ισοζύγιο εισόδων –εξόδων αλλοδαπών τις επόμενες δεκαετίες θα επιβράδυνε την αναμενόμενη σημαντική μείωση του πλήθους των γυναικών σε αναπαραγωγική ηλικία και, θα προσέθετε χιλιάδες γεννήσεων ετησίως συνεισφέροντας, όπως κα το 2004-2024, στο συνολικό φυσικό ισοζύγιο της χώρας.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ