Δευτέρα, 15 Απριλίου, 2024
23.1 C
Athens

Κοινή γραμμή από τους εργοδότες: Αύξηση 4% στον κατώτατο μισθό προτείνει και ο ΣΕΒ

Σε απόλυτη ταύτιση, σε σχέση με τον κατώτατο μισθό, βρίσκονται οι εργοδότες. Μετά την ΕΣΕΕ (έμποροι) και την ΓΣΕΒΕΕ (επαγγελματοβιοτέχνες), σειρά πήρε και ο ΣΕΒ (βιομήχανοι), προτείνοντας 4% αύξηση μόλις! Μάλιστα, ζήτησε να υπάρξουν και ταυτόχρονες παρεμβάσεις στα πεδία της φορολογίας και του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας. Οι προτάσεις αυτές, εάν ευοδωθούν θα οδηγήσουν τις βασικές αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα, στα επίπεδα των 811 ευρώ και σε καθαρά ποσά θα προσθέσουν περίπου 25 ευρώ το μήνα, στους περίπου 600.000 εργαζόμενους που αμείβονται με τα κατώτατα επιτρεπόμενα όρια. Στον αντίποδα, βρίσκεται η πρόταση του ΙΝΕ / ΓΣΕΕ που ζητάει ο κατώτατος μισθός να αυξηθεί κατά 128 ευρώ (91 ευρώ καθαρά) και από 780 ευρώ που είναι σήμερα, να ανέλθει στα 908 ευρώ (ποσοστό 16,41%).

Η πλευρά των βιομηχάνων παραδέχεται ότι η συζήτηση για τις βασικές αποδοχές στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να επικεντρωθεί στο πώς θα αυξηθεί το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων. Ταυτόχρονα όμως πρέπει να ληφθεί υπόψη και πώς, όχι μόνο δεν θα τεθεί σε κίνδυνο, αλλά αντίθετα θα ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα που δημιούργησαν οι επιχειρήσεις τα τελευταία έτη, εν μέσω διαρκών κρίσεων.

Ο Σύνδεσμος εκτιμά ότι μια αύξηση κατά 4% στον κατώτατο μισθό, μπορεί να ενισχύσει το σύνολο της οικονομίας. Επισημαίνει δε ότι οι επιχειρήσεις αντιλαμβάνονται πως η βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους, συνδέεται με την βελτίωση των απολαβών των εργαζομένων. Την ίδια στιγμή όμως, σύμφωνα με το Business Pulse του ΣΕΒ, το 67% των επιχειρήσεων ζητάει μεγαλύτερη φορολογική ανταγωνιστικότητα, ενώ το 52% θεωρεί αναγκαία τη φορολογική ανταγωνιστικότητα για την εργασία.

Ο ΣΕΒ αναφέρεται σε έξι παρεμβάσεις που πρέπει να αξιολογηθούν ανάλογα. Αυτές είναι:

  1. Ορθολογικός υπολογισμός του κατώτατου μισθού. Είναι κρίσιμο να συνυπολογίζονται κοινωνικοί, οικονομικοί αλλά και αναπτυξιακοί παράγοντες, η παραγωγικότητα της εργασίας, ο ρυθμός πληθωρισμού, οι προηγούμενες αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, η διατήρηση του βιοτικού επιπέδου, οι ανάγκες κάθε κλάδου και η επίπτωση στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
  2. Μείωση φορολογίας μισθωτής εργασίας. Δεδομένου του ότι η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα το 2022 κυμαινόταν κατά μέσο όρο στο 34,6% (19η υψηλότερη θέση μεταξύ των 38 χωρών του ΟΟΣΑ), είναι επιτακτικής ανάγκης πλέον η μείωση της φορολογίας της μισθωτής απασχόλησης, η οποία θα έχει άμεσα θετικές συνέπειες στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
  3. Εξορθολογισμός του μη μισθολογικού κόστους της εργασίας (εισφορές). Οποιαδήποτε μεταβολή του κατώτατου μισθού πρέπει να συνοδεύεται από μείωση του μη μισθολογικού κόστους της μισθωτής εργασίας τουλάχιστον κατά 2,6% το 2025-2027.
  4. Στήριξη των ευάλωτων νοικοκυριών. Είναι απαραίτητη η λήψη στοχευμένων μέτρων για τα πλέον ευάλωτα νοικοκυριά, εν μέσω συσσωρευμένης διεθνούς αβεβαιότητας και γεωπολιτικών εξελίξεων που επηρεάζουν τις τιμές αγαθών.
  5. Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής, εισφοροδιαφυγής και αδήλωτης / υποδηλωμένης εργασίας. Είναι επιτακτικής ανάγκης τόσο οι στοχευμένοι έλεγχοι όσο και η πλήρης ψηφιοποίηση και διαλειτουργικότητα όλων των πληροφοριακών συστημάτων και υπηρεσιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα.
  6. Περαιτέρω ενίσχυση των εισοδημάτων μέσα από παραγωγικές επενδύσεις και ανάπτυξη του ανθρώπινου κεφαλαίου. Η περαιτέρω αύξηση των μισθών και η δημιουργία νέων και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας διευκολύνεται από την ανάπτυξη της οικονομίας, την απλοποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, την επιτάχυνση των επενδύσεων και την ταχεία υλοποίηση δράσεων κατάρτισης / επανακατάρτισης.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ