Περισσότεροι εργαζόμενοι δεν σημαίνουν κατ’ ανάγκη περισσότερη παραγωγή, όπως και περισσότερες ώρες εργασίας δεν εγγυώνται υψηλότερο εισόδημα. Το ελληνικό πρόβλημα παραγωγικότητας αποτυπώνει, σε μεγάλο βαθμό, τις αδυναμίες του ίδιου του παραγωγικού μοντέλου: ανεπαρκείς επενδύσεις, περιορισμένο βιομηχανικό αποτύπωμα, μικρό μέγεθος επιχειρήσεων και εμπόδια που δυσκολεύουν τη διάχυση της τεχνολογίας και της καινοτομίας στην παραγωγή.
Την εικόνα αυτή ανέδειξε η μελέτη του επιστημονικού συνεργάτη του InSocial, Γιώργου Μεσσήνιου, η οποία παρουσιάστηκε σε εκδήλωση του Ινστιτούτου με θέμα «Παραγωγικότητα της εργασίας: Η διεθνής σύγκριση και η ελληνική πρόκληση». Σύμφωνα με τα ευρήματα, η Ελλάδα παραμένει τελευταία σε μέση παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο μεταξύ των πέντε χωρών που εξετάζονται, παρά τη σταδιακή βελτίωση που καταγράφεται από το 2020.
Το ισχυρότερο εύρημα αφορά τη σύνδεση επενδύσεων και παραγωγικότητας. Η μελέτη καταγράφει συντελεστή συσχέτισης 0,95 μεταξύ της παραγωγικότητας και του δείκτη έντασης επενδύσεων I/C. Το εύρημα αναδεικνύει το επενδυτικό έλλειμμα ως κρίσιμο παράγοντα της ελληνικής υστέρησης.
Η κλαδική εικόνα αποκαλύπτει μια ακόμη αντίφαση. Η μεταποίηση εμφανίζει υψηλότερη παραγωγικότητα από τον μέσο όρο της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο το μερίδιό της στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία παραμένει το χαμηλότερο μεταξύ των χωρών σύγκρισης. Το 2024 αντιστοιχούσε στο 10,4% της συνολικής προστιθέμενης αξίας, έναντι 16,9% στην Ιταλία, 13,5% στην Πορτογαλία και 11,9% στην Ισπανία.
Αντίστοιχη είναι η εικόνα στην απασχόληση. Το 2025 οι εργαζόμενοι στη μεταποίηση στην Ελλάδα ανήλθαν σε 426.600, αντιπροσωπεύοντας το 8,2% του συνόλου των απασχολουμένων. Στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 14,6%, στην Πορτογαλία 13,6% και στην Ισπανία 10,1%. Τα στοιχεία υπογραμμίζουν ότι η παραγωγική αναβάθμιση δεν εξαρτάται μόνο από την απόδοση των επιμέρους κλάδων, αλλά και από το ειδικό βάρος τους στην οικονομία.
Στον αντίποδα, ο τουρισμός, που το 2024 αντιπροσώπευε το 7,3% της προστιθέμενης αξίας και το 14,4% της απασχόλησης στην Ελλάδα, εμφάνιζε παραγωγικότητα χαμηλότερη από τον εθνικό μέσο όρο. Η επίδοση υπολείπεται και εκείνης της Πορτογαλίας, παρά τις ομοιότητες των δύο οικονομιών στον συγκεκριμένο κλάδο.


