Το χαμηλό εισόδημα παραμένει ένας από τους βασικούς περιορισμούς για την οικονομική ανεξαρτησία των νέων. Οι μισθοί των νέων εργαζομένων παραμένουν χαμηλότεροι από εκείνους που καταγράφονται στις περισσότερες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Η εικόνα συνδέεται με τη γενικότερη διαδικασία οικονομικής και μισθολογικής σύγκλισης που ακολούθησε τη μακρά ελληνική κρίση. Η αγορά εργασίας έχει ανακάμψει, αλλά οι αμοιβές δεν έχουν προσεγγίσει ακόμη τα επίπεδα άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών. Έτσι, η σύγκριση πλέον, δεν γίνεται μόνο μεταξύ των μισθών του 2009, το 2015 και του 2020, αλλά μεταξύ αυτών που λαμβάνουν σήμερα, οι συνομήλικοί τους σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Μ.Βρετανία κλπ..
Όλα αυτά διαπιστώνονται σε έκθεση του ΟΟΣΑ για τη χώρα. Αναλυτικά, το ποσοστό απασχόλησης των νέων (για την ηλικιακή ομάδα 15-29 ετών) αυξήθηκε από το 26% του 2013 στο 36% για το 2025, ενώ η ανεργία των νέων μειώθηκε από το υψηλότερο επίπεδο του 48,7% το 2013 σε 16,5% το 2025. Ωστόσο, η απασχόληση των νέων στην Ελλάδα παραμένει πολύ κάτω από τους μέσους όρους του ΟΟΣΑ και της ΕΕ (55% και 50% αντίστοιχα το 2025), γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα στη δεύτερη χαμηλότερη θέση στην κατάταξη του ΟΟΣΑ, μετά την Ιταλία.
Η μερική απασχόληση των νέων είναι σχετικά περιορισμένη. Μόλις 12% των νέων εργαζομένων εργάζονται με καθεστώς μερικής απασχόλησης. Το ποσοστό αυτό είναι περίπου το μισό του μέσου όρου της ΕΕ και του ΟΟΣΑ. Όμως, όσοι εργάζονται μερικώς δεν το κάνουν πάντα επειδή το επιλέγουν. Η Ελλάδα έχει το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ακούσιας μερικής απασχόλησης μεταξύ των νέων. Σχεδόν οι μισοί νέοι που εργάζονται part-time δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν να εργάζονται πλήρως.
Η χαμηλή απασχόληση δεν σημαίνει απλώς λιγότερες ώρες εργασίας. Σημαίνει χαμηλότερο εισόδημα. Σημαίνει περιορισμένη δυνατότητα αποταμίευσης. Σημαίνει δυσκολότερη πρόσβαση σε κατοικία. Και τελικά σημαίνει καθυστέρηση στην ανεξαρτητοποίηση.
Η αγορά εργασίας των νέων έχει αλλάξει σημαντικά τα τελευταία 15 χρόνια. Η απασχόληση έχει μετακινηθεί από τις κατασκευές και άλλους κλάδους προς το εμπόριο, τις μεταφορές και κυρίως την εστίαση και τη φιλοξενία. Το 2023, οι τρεις αυτοί χώροι αντιπροσώπευαν συνολικά το 55% της απασχόλησης των νέων στην Ελλάδα. Στον μέσο όρο της ΕΕ και του ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 37%.
Η εξάρτηση από τον τουρισμό έχει συνέπειες. Η ελληνική αγορά εργασίας για τους νέους έχει έντονα εποχικό χαρακτήρα. Πολλές θέσεις δημιουργούνται τους μήνες της τουριστικής περιόδου. Αυτό μπορεί να μειώνει την ανεργία για ένα διάστημα. Δεν δημιουργεί όμως πάντα σταθερές επαγγελματικές διαδρομές. Για έναν νέο εργαζόμενο, η εποχικότητα σημαίνει συχνά εισόδημα που μεταβάλλεται μέσα στη χρονιά. Σημαίνει περιόδους εργασίας και περιόδους ανεργίας. Και δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τον μακροπρόθεσμο οικονομικό προγραμματισμό.
Την ίδια στιγμή, η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία παραμένει δύσκολη. Ένα βασικό πρόβλημα είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στις δεξιότητες που προσφέρουν οι νέοι πτυχιούχοι και σε εκείνες που ζητά η αγορά εργασίας. Η ολοκλήρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης έχει αυξηθεί σημαντικά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Ωστόσο, οι νέοι στην Ελλάδα εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλές επιδόσεις σε διεθνείς αξιολογήσεις δεξιοτήτων, όπως το PISA και το PIAAC.
Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια ζητήματα ελκυστικότητας, ποιότητας και σύνδεσης της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης με την αγορά εργασίας. Η συμμετοχή παραμένει χαμηλή. Και η ανεργία μεταξύ των αποφοίτων επαγγελματικής εκπαίδευσης είναι υψηλή.
Σημαντικό κενό υπάρχει και στον επαγγελματικό προσανατολισμό. Το 2022, λιγότεροι από τους μισούς 15χρονους στην Ελλάδα φοιτούσαν σε σχολεία που προσέφεραν επαγγελματικό προσανατολισμό. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 82%. Και η σύνδεση της εκπαίδευσης με την εργασία παραμένει αδύναμη. Μόλις 4% των νέων στην Ελλάδα συνδυάζουν εκπαίδευση και εργασία. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 14%. Ακόμη πιο έντονη είναι η υστέρηση στην επαγγελματική εκπαίδευση.
Κι όταν βρουν δουλειά, οι νέοι εργαζόμενοι στην Ελλάδα έχουν τους χαμηλότερους μισθούς σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ. Ειδικότερα, οι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα κερδίζουν, κατά μέσο όρο, 40% λιγότερα από τους νέους σε άλλες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, με όρους αγοραστικής δύναμης.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν προστεθεί και η στεγαστική κρίση με τους νέους στη χώρα μας να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια στην πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία. Η κατάσταση είναι αποτέλεσμα πολλών παραγόντων. Η κρίση άφησε βαθύ αποτύπωμα στην αγορά κατοικίας. Τα εισοδήματα παραμένουν χαμηλά σε σχέση με το κόστος στέγασης. Και ο τουρισμός ασκεί έντονες πιέσεις στις περιοχές υψηλής ζήτησης.
Έτσι, για έναν νέο με χαμηλό ή ασταθές εισόδημα, το υψηλό ενοίκιο δεν είναι απλώς ένα ακόμη έξοδο. Είναι εμπόδιο στην αυτονόμηση. Η δυνατότητα να νοικιάσει ένα σπίτι εξαρτάται από το αν μπορεί να καλύψει όχι μόνο το μηνιαίο μίσθωμα, αλλά και εγγύηση, λογαριασμούς και καθημερινές δαπάνες. Όταν ο μισθός είναι χαμηλός και η εργασία ασταθής, η εξίσωση γίνεται δύσκολη. Έτσι εξηγείται σε μεγάλο βαθμό γιατί η στεγαστική κρίση και η κρίση της αγοράς εργασίας αλληλοτροφοδοτούνται. Ο νέος που δεν μπορεί να εξασφαλίσει σταθερό εισόδημα δυσκολεύεται να νοικιάσει. Ο νέος που δεν μπορεί να βρει οικονομικά προσιτή κατοικία δυσκολεύεται να ανεξαρτητοποιηθεί. Και όταν η εργασία βρίσκεται κυρίως σε συγκεκριμένες τουριστικές ή αστικές περιοχές, η γεωγραφική κινητικότητα γίνεται επίσης ακριβότερη.

