Τετάρτη, 19 Ιουνίου, 2024
27.2 C
Athens

Συμβασιούχοι στο Δημόσιο: Χάνουν τη μονιμοποίηση αλλά κερδίζουν αποζημίωση

Διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου που συνάπτονται στο Δημόσιο Τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε αορίστου χρόνου, ακόμα και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη. Όμως, υπό προϋποθέσεις, οι συμβασιούχοι που συνάπτουν τέτοιες συμβάσεις, αποκτούν το δικαίωμα, μετά τη λήξη ή την καταγγελία τους, να λάβουν τη νόμιμη αποζημίωση, ανάλογα με τα χρόνια προϋπηρεσίας τους. Αυτό προκύπτει από απόφαση που έλαβε ο Άρειος Πάγος, μετά από σχετικό αίτημα που είχε υποβληθεί από το 2016, από συμβασιούχους εργαζόμενους στον τομέα της Εφορίας Προϊστορικών και Ιστορικών Αρχαιοτήτων.

Το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνωρίζει ως όριο την 18η Απριλίου 2001, ημερομηνία που τροποποιήθηκε το σχετικό άρθρο του Συντάγματος (αρ 103 παρ 7 και 8). Στην παρέμβασή σου, περιλαμβάνει επίσης και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Τονίζει δε ότι δεν μπορεί να υπάρξει μονιμοποίηση των συμβασιούχων, ούτε με νόμο, αφού κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται από το ανωτέρω άρθρο του Συντάγματος. Σε κάθε περίπτωση, η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στον δημόσιο τομέα, μπορεί να πραγματοποιηθεί με γραπτό διαγωνισμό ή με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, υπό την εποπτεία του ΑΣΕΠ. Σε διαφορετική περίπτωση, το Δικαστήριο χαρακτηρίζει καταδικαστέες αυτές τις προσλήψεις που έγιναν χωρίς διαγωνισμούς, γιατί θεωρεί ότι ευνοούν την αναξιοκρατία. Ουσιαστικά, με τον τρόπο αυτό η συγκεκριμένη διαδικασία λειτουργεί  σε βάρος άλλων πολιτών, οι οποίοι έχουν τα προσόντα για να προσληφθούν στο δημόσιο τομέα, αλλά στερούνται αυτή τη δυνατότητα, επειδή υπήρχαν ανανεώσεις συμβάσεων ορισμένου χρόνου, ερήμην ΑΣΕΠ.

Σύμφωνα με τον Άρειο Πάγο σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την εκτέλεση ορισμένου έργου. Μετά την ολοκλήρωση του έργου η σύμβαση ορισμένου χρόνου παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση λήγει χωρίς να χρειάζεται η καταβολή αποζημίωσης.

Όταν όμως υπάρχουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου, στις οποίες δεν δικαιολογείται ο σκοπός της διάρκειάς τους, τότε η ευθύνη βαραίνει τον εργοδότη και, στην περίπτωση που καταγγελθούν, τότε θα πρέπει να κρίνονται ως άκυρες. Στην περίπτωση αυτή, θα θεωρείται ότι καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση εργαζομένου, χωρίς να υπάρχει έγγραφη καταγγελία και να καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση. Η καταστρατήγηση τεκμαίρεται από το γεγονός ότι συνάφθηκε σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς όμως να δικαιολογείται αντικειμενικά η ορισμένη διάρκειά της, όπως θα έπρεπε, από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι στον δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, υπερβαίνουν τις 60.000 οι συμβασιούχοι αυτής της κατηγορίας. Χωρίς να σημαίνει ότι όλοι δικαιούνται αποζημιώσεως, θα μπορεί να κριθεί ανά περίπτωση στο μέλλον, με βάση το χρόνο προϋπηρεσίας, εάν προκύπτει  και τέτοιο ενδεχόμενο. Πάντως, ακόμα και αν συνάπτονται διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, αυτές δεν θα επιτρέπεται να είναι περισσότερες από τρεις, σύμφωνα με το σκεπτικό του Αρείου Πάγου. Επισημαίνεται ότι αν συναφθούν περισσότερες τέτοιες συμβάσεις, τότε ο εργαζόμενος δικαιούται τις αποδοχές για την εργασία που παρείχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέσεων στο σύνολό τους ή εν μέρει. Επίσης, ο εργαζόμενος δικαιούται και αποζημίωσης ίσης με εκείνη που θα λάμβανε και ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του.

ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ