Τον κίνδυνο της υποκειμενικής φτώχειας, διέτρεξαν το 2024, σχεδόν οι έξι στους δέκα μισθωτούς που εργάζονται στην Ελλάδα. Πρόκειται για τη χειρότερη επίδοση (57,1%) στην ΕΕ, που απέχει 28 μονάδες από την επόμενη, που καταγράφηκε στην Βουλγαρία! Ακόμα χειρότερα ο ένας στους δέκα κλήθηκε να διαχειριστεί το πρόβλημα της σοβαρής υλικής και κοινωνικής υστέρησης, που απορρέει από το πολύ χαμηλό εισόδημα.
Αυτά είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της έκθεσης που δημοσίευσε το Ινστιτούτο Εργασίας (ΙΝΕ) της ΓΣΕΕ για την πορεία της ελληνικής οικονομίας. Πίσω από την βελτίωση σε ορισμένους οικονομικούς δείκτες, όπως είναι η ανεργία και η απασχόληση, κρύβονται οι «παγωμένοι» μισθοί που δημιουργούν πλέον ζήτημα αξιοπρεπούς διαβίωσης για ένα μεγάλο τμήμα των εργαζομένων.
Στο τέλος του 2024 διαπιστώθηκε ότι αυξήθηκαν οι απασχολούμενοι κατά 67.700, φτάνοντας τα 4.145.900 άτομα, με συνέπεια το συνολικό ποσοστό απασχόλησης να ανέλθει στο 63,3%, υψηλότερο κατά 1,5 μονάδα έναντι του 2023. Παραμένει όμως μεγάλη η απόκλιση (7,5 μονάδες) σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών (52,8%) διατηρήθηκε πολύ χαμηλό και έτσι, καταγράφηκε διαφορά 17,4 μονάδες σε σχέση με το αντίστοιχο των ανδρών. Την περίοδο 2014 – 2024, η μέση απόκλιση στην απασχόληση ανδρών και γυναικών είναι 18 μονάδες στην Ελλάδα, όταν είναι στις 10,3 μονάδες στο σύνολο της ΕΕ.
Επίσης, μειώθηκε το ποσοστό ανεργίας υποχωρώντας στο 10,1% στο τέλος του 2024, από 11,1% που ήταν το 2023, αλλά διατηρείται σε πολύ υψηλά επίπεδα, σε σύγκριση με την υπόλοιπη ΕΕ. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024 το ποσοστό ανεργίας των ατόμων ηλικίας 15-74 ετών στην Ελλάδα ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ, ενώ υπερέβαινε σημαντικά το αντίστοιχο σε οικονομίες που αντιμετώπισαν και αυτές την προηγούμενη δεκαετία κρίση δημόσιου χρέους (Πορτογαλία, Κύπρο και Ιρλανδία). Επιπλέον, η Ελλάδα εμφάνισε το ίδιο έτος το υψηλότερο ποσοστό ανεργίας μεταξύ των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (7,3%), τη μεγαλύτερη απόκλιση των ποσοστών ανεργίας μεταξύ γυναικών και ανδρών (4,8 ποσοστιαίες μονάδες) και τη δεύτερη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ νέων ηλικίας 15-29 ετών και ατόμων ηλικίας 30-74 ετών. Υπογραμμίζεται ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, το 2024 το ποσοστό ανεργίας μεταξύ των νέων ηλικίας 15-29 ετών (19,1%) ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ, ενώ όσων εξ αυτών ήταν εκτός απασχόλησης και δεν συμμετείχαν σε προγράμματα εκπαίδευσης ή κατάρτισης (14,2%) το τέταρτο υψηλότερο.
Μισθοί
Σε επίπεδο μισθών, η έκθεση διαπιστώνει ότι οι πραγματικές αποδοχές των εργαζομένων στη χώρα εξακολουθούν να παρουσιάζουν σημαντική υστέρηση τόσο σε απόλυτο μέγεθος όσο και σε σύγκριση με τις αντίστοιχες στην ΕΕ.
Σύμφωνα με τον δείκτη εξέλιξης του μέσου πραγματικού μισθού την περίοδο 2009-2024 στην Ελλάδα και στον μέσο όρο της ΕΕ, παρατηρείται ότι την εν λόγω περίοδο οι μέσες πραγματικές αποδοχές των μισθωτών στην Ελλάδα έχουν σημειώσει συνολική μείωση της τάξης του 32,8%, αναδεικνύοντας την κύρια αιτία της κρίσης αξιοπρεπούς διαβίωσης των εργαζομένων στη χώρα. Μόνο το 2024, η εξέλιξη των μέσων μισθών και των ημερομισθίων στην Ελλάδα βρίσκεται στο 67,2, όταν υπολογίζεται στο 106,6 στην υπόλοιπη ΕΕ, άρα καταγράφεται διαφορά 39,4 μονάδων. Έτσι, ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός στη χώρα, αντιστοιχεί πλέον (2024) στο 52% του μέσου ευρωπαϊκού, όταν το 2019 αντιστοιχούσε στο 52,2% και το 2009 στο 82,5%.
Εντύπωση προκαλεί και το στοιχείο ότι την περίοδο 2019 – 2024, η Ελλάδα κατέγραψε απώλειες 1,1 μονάδας ως προς τον ετήσιο πραγματικό μισθό και ημερομίσθιο. Βρέθηκε στην 8η θέση από το τέλος, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ. Όλα αυτά, παρά το γεγονός ότι την περίοδο 2023 – 2024 κατέγραψε αύξηση κατά 2,9% ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά αύξησης του μέσου μισθού, την περίοδο 2019 – 2024, εμφανίστηκαν σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Η πρωτιά ανήκει στην Βουλγαρία (29,5%), έπεται η Κροατία (20,1%) και η τρίτη θέση ανήκει στην Ρουμανία (19,9%). Ιδιαίτερα θετικό πρόσημο κατέγραψαν και οι χώρες της Βαλτικής όπως είναι η Λετονία (17,9%) και η Λιθουανία (17,2%) που φαίνεται πως «κλείνουν» την ψαλίδα με την υπόλοιπη Ευρώπη, εν αντιθέσει με την Ελλάδα. Ωστόσο, το +2,9% της περιόδου 2023 – 2024, είναι οριακά υψηλότερο από το +2,7% που κατέγραψε η ΕΕ, συνολικά, ως προς το μέσο πραγματικό μισθό.
Παραγωγικότητα εργασίας
Ξεχωριστή σημασία έχει η σχέση παραγωγικότητας της εργασίας και μισθών, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της έκθεσης. Την περίοδο 2019 – 2024 η παραγωγικότητα της εργασίας ενισχύθηκε 1,2% σε πραγματικούς όρους. Θεαματική ήταν η βελτίωση τις Κατασκευές (52,2%), στην Πληροφορία και Επικοινωνία (20%), στις Χρηματοοικονομικές και Ασφαλιστικές Δραστηριότητες (45,4%). Στις επαγγελματικές, επιστημονικές και τεχνικές δραστηριότητες, η παραγωγικότητα της εργασίας βελτιώθηκε 17% και 15% στην μεταποίηση. Μόνο στον αγροτικό τομέα, κατέγραψε αρνητικό πρόσημο.
Σε αντίθεση με την πορεία της παραγωγικότητας της εργασίας, το πραγματικό ωρομίσθιο μειώθηκε στους περισσότερους κλάδους, κατά την ίδια περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, στις Κατασκευές η μείωση ήταν 19,9% και 19,7% στις Χρηματοοικονομικές και Ασφαλιστικές δραστηριότητες. Επίσης, προέκυψε μείωση 10,6% σε εμπόριο, μεταφορές, εστίαση και παροχή καταλυμάτων. Συνολικά, την περίοδο 2019 – 2024 το μέσο πραγματικό ωρομίσθιο μειώθηκε κατά 4,7% και έτσι δημιουργήθηκε ένα κενό 5,9 μονάδες σε σχέση με την παραγωγικότητα της εργασίας.
Το ποσοστό σοβαρής υλικής και κοινωνικής υστέρησης των μισθωτών στην Ελλάδα για το 2024, είναι το δεύτερο χειρότερο στην ΕΕ, με 8,8%, καθώς υπολείπεται μόνο της Βουλγαρίας (9,5%). Μάλιστα, ο συγκεκριμένος δείκτης είναι υπερδιπλάσιος από το 3,8% που είναι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος. Η Ελλάδα υπολείπεται άλλων οικονομιών της περιφέρειας (π.χ. Ισπανία, Πορτογαλία και Κύπρος), αλλά και χωρών της ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ρουμανία (7,8%), η Ουγγαρία (5,4%) και η Σλοβακία (3,3%).
Είναι χαρακτηριστικό ότι στο πεδίο της υποκειμενικής φτώχειας μισθωτών, δηλαδή όσων τα βγάζουν πέρα οικονομικά δύσκολα ή με μεγάλη δυσκολία, η Ελλάδα κατέγραψε το 2024, με 57,1% τη χειρότερη θέση στην ΕΕ. Η αμέσως επόμενη χώρα με 28,5% είναι η Βουλγαρία, κάτι που σημαίνει ότι η απόκλιση με τη χώρα μας, είναι στις 28,6 μονάδες. Ακόμα χειρότερα, αν η σύγκριση γίνει με τον συνολικό ευρωπαϊκό μέσο όρο (13,4%), όπου διαπιστώνεται απόκλιση 43,7 μονάδων.

